Community

Κώστας Καραμάρκος: (Ελληνο) Αυστραλία. Μονόλογος

• Bookmarks: 1


Απόπειρα «λογοτεχνικής» απόδοσης ψηφίδων ζωής ηλικιωμένης Ελληνίδας μετανάστριας στη Μελβούρνη

Δεν σταματούσε με τίποτα. Ανάσα δεν έπαιρνε. Ούτε ο φοβος της επέμβασης, ούτε η προχωρημένη ηλικία την έκαναν να εγκαταλείπει την ανάγκη της, την ανάγκη που έχουν όλα τα γερόντια, κυρίως οι μετανάστες, να εξιστορούν τη ζωή τους σε έναν δικό τους άνθρωπο. Τί δικό τους άνθρωπο, δηλαδή, στην περίπτωσή της. Απλά, μιλούσαν την ίδια γλώσσα. Ήταν όμως και που αυτός συναινούσε μ’ επιφωνήματα, στα όσα έλεγε αυτή. Κι αυτό της έφτανε! Μια ζωή στην Αυστραλία δούλεψε σκληρά μαζί με τον άντρα της, για να αγοράσουν ένα σπίτι και να μεγαλώσουν τα παιδιά, «Που καιρός να μάθουμε Αγγλικά», έλεγε.

Μικρό κοριτσάκι στην Κατοχή, κάπου στη Λακωνία, βοηθούσε ως μοδίστρα τη μαμά της. Η μαμά μου έλεγε, κι ας ήταν η ίδια γιαγιά, με μικρά εγκόνια όμως… Η μαμά μου έλεγε, και ας είχε η ίδια πατήσει προ πολλού τα 85!

Γιανούλα τη λέγαν τη μαμά της, αλλά, όλη στο χωριό τη φωνάζανε Πατρόκλαινα. «Πάτροκλο λέγαν το μπαμπά μου», εξηγούσε, λες και στο δικό του χωριό, μια φορά κι έναν καιρό, είχαν άλλα ήθη, άλλα έθιμα, άλλες αντιλήψεις… Λες και δεν αποκαλούσαν τη δική του γιαγιά τη Θωμαή Γιώργαινα, ή την προγιαγιά του Νεστόρενα…

«Είχα θείους στην Αμερική, αδέρφια του μπαμπά μου. Συμβολαιογράφος ο ένας, δικηγόρος ο άλλος, γιατρός ο τρίτος, μαγαζάτορας ο τέταρτος, ξέρεις πως ήταν τότε, γεννούσαν πολλά παιδιά. Κάποιοι γύρισαν στην Αθήνα. Κάνανε μεγάλα και ωραία σπίτι στην Κηφισιά. Εμάς όμως δε μας βοήθησαν ποτέ. Ας είναι καλά, δεν πειράζει. Εμάς δε μας άφησε ο θεός!», συμπλήρωνε.

Μια θεία της, ξαδέρφη της μαμάς της, δε την άφησε να τυρανιέται στην Ελλάδα, όταν ήταν νέα. Την πήρε μαζί της στην Ελβετία. «Ακόμα θυμάμαι το σπιτονοικοκύρη μας, τον κύριο Χανς, τη γυναίκα του την κυρία Λότε, τα παιδιά τους, τη Γκαμπριέλε, την Ανίτα, τον Γιόνας. Ακόμα θυμάμαι τα Χριστούγεννα που γιορτάζαμε μαζί, ήταν όλοι τους πολύ καλοί άνθρωποι», ενθυμούνταν.

Εκεί έκανε την πρώτη από τις πολλές εγχειρήσεις στη ζωή της. Στη Ζυρίχη. Ήταν νέο κορίτσι και είχε τραυματίσει την ωμοπλάτη της. «Ευτυχώς όμως, ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Στα δύο χρόνια με προξένεψαν και με τον άντρα μου, το Σταύρο μου. Έχουμε ένα πολύ καλό παλικάρι από τα μέρη μας που ζει στην Αθήνα, μου είπαν οι γονείς μου και οι συγγενείς μου από την Ελλάδα. Μου τον έφεραν στην Ελβετία». Ελβετία έλεγε συνέχεια, σπάνια Ζυρίχη. «Αρραβωνιστήκαμε. Καλά ήταν εκεί, αλλά είχαμε συγγενείς στην Αυστραλία, στη Μελβούρνη, μας ενθάρρυναν να έρθουμε εδώ. Ήρθαμε! Δεν το μετανιώσαμε. Πάμε συχνά στην Ελλάδα με τον άντρα μου και καθόμαστε μήνες πολλούς εκεί. Αγοράσαμε και διαμέρισμα! Έγινε πολύ ωραία η πατρίδα μας τώρα, πάντα ήταν ωραία!», έλεγε νοσταλγκά και περήφανα.

«Ο Νικόλας μου γεννήθηκε στην Ελλάδα, τον έφερα μωρό εδώ. Ο Πατρίκος μου γεννήθηκε στην Αυστραλία. Έχω πολύ καλούς γιους, μ’ αγαπούν και με προσέχουν. Παντρεύτηκαν μεγάλοι! Μέχρι να παντρευτούν, εγώ πήγαινα σε όλες τις εκκλησίες της Πελοποννήσου και έκανα τάματα στην Παναγιά. Να παντρευτούν, να βρουν καλές γυναίκες, να κάνουν οικογένειες, να αποκτήσουν παιδιά, δεν είναι ωραίο πράγμα να ζεις μόνος. Ο άνθρωπος δε φτιάχτηκε για να ζει μόνος του».

«Μεγάλοι παντρεύτηκαν οι γιοί μου», έλεγε, και την ώρα που το ανέφερε αυτό, στο πρόσωπό της εμφανίζονταν ένα χαμόγελο ανακούφισης. Στάθηκαν τυχεροί όμως. Σκύβοντας στ’ αυτί, ανέφερε εμπιστευτικά στο συνομιλητή της, ή μάλον στον ακροατή της, πως και οι δυο οι γιοί της βρήκαν νύφες από τις Φιλιππίνες.

«Πήγαν εκεί, τις βρήκαν, τις έφεραν. Είναι πολύ καλές κοπέλες! Η μια είναι από σπουδαγμένη οικογένεια. Η άλλη είναι από πιο φτωχή κι αγροτική οικογένεια. Είναι πολύ καλές κοπέλες. Δουλευταρούδες και νοικοκυρές! Είναι βέβαια λίγο μικρότερες από τους γιους μου», συμπλήρωνε με μια πονηράδα στο βλέμμα της.

«Είκοσι χρόνια μικρότερη η μια, δεκαπέντε η άλλη. Mum και mum μ’ έχουν. Κι εγώ όμως τις προσέχω! Ας είμαι κάπως μεγάλη, τις βοηθώ όσο μπορώ στα σπίτια τους. Κι όταν καμιά φορά με φιλοξενούν οι γιοι μου, έχω δωμάτιο και στους δυο, το βράδυ, μετά το φαγητό, κάθομαι για λίγο μαζί τους στο σαλόνι και μετά πάω στο δωμάτιό μου».

«Mum, κάτσε λίγο ακόμα μαζί μας, λένε οι γιοί μου. Εγώ όμως απαντώ πως είμαι κουρασμένη και πάω να ξεκουραστώ. Δεν είμαι στ’ αλήθεια κουρασμένη. Έτσι το λέω. Νέες γυναίκες έχουν, θέλουν να κάνουν και τα δικά τους. Δε θέλω να είμαι εμπόδιο. Αυτό όμως δεν το καταλαβαίνουν οι συμπεθέρες, όταν έρχονται επίσκεψη από τις Φιλιππίνες. Αυτές κάθονται μαζί με τα παιδιά μέχρι αργά το βράδυ! Δεν καταλαβαίνουν πως τα παιδιά είναι νέα και έχουν να κάνουν και τα δικα τους, ξέρεις… Αυτά που κάνουν οι νέοι άνθρωποι, αγόρια και κορίτσια».

Οι δυο της γιοί αποκτήσανε παιδιά, τώρα. Τους πήρε χρόνια. Τα τάματά της στα εξωκκλήσια και στις Παναγίες της Πελοπονήσου όμως, έπιασαν τόπο. Θέλουν να αποκτήσουν και δεύτερο παιδί οι γιοί, αυτή όμως τους αποπαίρνει. «Είστε λίγο μεγάλοι για δεύτερο παιδί. Πως θα τα μεγαλώσετε; Έχετε κουράγιο;», τους λέει. «Δυο χρόνια διαφορά έχουν. Ο Νικόλας μου είναι 57 και ο Πατρίκος μου 55».

Κάποια στιγμή, μετά από ώρες, αναρωτήθηκε ευγενικά αν κούρασε το συνομιλητή της, ή μάλλον τον ακροατή της. «Πολλά σας είπα, πολύ μίλησα. Αλλά που αλλού να τα πω κι εγώ; Οι φίλες μου πέθαναν, ή είναι στο γηροκομείο! Ή έχουν σοβαρότερα προβλήματα με την υγεία τους από ό,τι έχω εγώ», είπε.

Πάνω στην κουβέντα, είχε εκμυστηρευτεί πως δεν τελείωσε ποτέ το δημοτικό. Ήταν τα χρόνια δύσκολα. Με φτώχεια και πολέμους. Είχε φυσική ευγένεια και μιλούσε πολύ ωραία Ελληνικά. Το ντύσιμό της ήταν λιτό και το μαλλί της βαμμένο. Προς το ξανθό έφερνε. Λιτό και προσεγμένο το ντύσιμό της. Παντελόνι, μπλούζα, ημίπαλτο, μπαστούνι, δαχτυλίδι, όλα ταίριαζαν στο χρώμα. «Πάνω από 60 χρόνια φοράω το δαχτυλί. Το φοράω συνέχεια. Είναι δώρο του άντρα μου, του Σταύρου μου», έλεγε.

Κικίτσα τη φωνάζανε χαϊδευτικά οι δικοί της άνθρωποι, γιοί και φίλες.

comments icon0 comments
0 notes
1 view
bookmark icon

Write a comment...