Δυναμώνει ο εθνικισμός

 -  -  11


Όσο αυξάνονται τα προβλήματα του λαού, άλλο τόσο αυξάνεται ο εθνικισμός και η ξενοφοβία. Το μεγάλο ζήτημα που αντιμετωπίζουν οι αναπτυγμένες  χώρες της Ευρώπης, η Αμερική, η Αυστραλία και αρκετές χώρες της Μέσης Ανατολής, είναι η πτώση του βιοτικού επιπέδου για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, τη στιγμή που οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι.

Σε συνδυασμό με τις μετακινήσεις μεγάλου αριθμού προσφύγων από χώρες όπου μαίνονται πόλεμοι αλλά και οικονομικών μεταναστών, δημιουργείται μία κατάσταση την οποία εκμεταλλεύονται ακροδεξιά στοιχεία για την προώθηση επικίνδυνων εθνικιστικών ιδεών. Έτσι ενώ η ενοχή για τα προβλήματα των λαών βαρύνει το οικονομικό σύστημα όπου οι πλούσιοι και δυνατοί απομυζούν ολοένα και περισσότερο από τον πλούτο που δημιουργούν η εργασία, οι νέες τεχνολογίες και η αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, το φταίξιμο πέφτει στους «ξένους», είτε αυτοί βρίσκονται σαν πρόσφυγες ή μετανάστες σε μιά χώρα, είτε ζουν στη χώρα τους αλλά ανταγωνίζονται αποτελεσματικά τις οικονομίες των αναπτυγμένων  χωρών.

Το σύγχρονο παγκόσμιο οικονομικό μοντέλο, δεν το δημιούργησαν ούτε οι εργαζόμαενοι, ούτε οι μετανάστες, ούτε οι πρόσφυγες. Το δημιούργησε το μεγάλο χρηματοπιστωτικό σύστημα και οι πολυεθνικές εταιρείες που ήθελαν ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και ληστρική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και του εργατικού δυναμικού άλλων χωρών. Τα περισσότερα μεταλλεία που βρίσκονται σε Αφρικανικές, Νοτιοαμερικανικές αλλά και Ασιατικές χώρες, τα εκμεταλλεύονται εταιρείες με την έδρα τους στην Αμερική, την Αγγλία, την Ολλανδία ή την Αυστραλία. Το εμπόριο βασικών προϊόντων που καταναλώνονται καθημερινά, όπως ο καφές, το τσάϊ και το κακάο, ελέγχεται από εταιρείες με έδρες στην Ευρώπη και Αμερική. Οι νέες τεχνολογίες επίσης ελέγχονται από εταιρείες στις ίδιες χώρες και την Ιαπωνία και ακριβοπληρώνονται για να θησαυρίζουν οι ιδιοκτήτες τους. Oι βιομηχανίες μεταφέρθηκαν σε Ασιατικές χώρες με φτηνά εργατικά χέρια και ανύπαρκτη νομοθεσία για την προστασία των εργαζομένων, για να μεγαλώσουν τα κέρδη των βιομηχάνων της Δύσης.

Η Κίνα, με την ανοχή των Αμερικανών και Ευρωπαίων, εκμεταλλεύτηκε το εργατικό δυναμικό της και πήρε ένα μεγάλο μερίδιο στην κατασκευή των προϊόντων που καταναλώνουν οι αναπτυγμένες χώρες. Οι εργαζόμενοι στις αναπτυγμένες χώρες, είδαν το βιοτικό τους επίπεδο να ανεβαίνει, χωρίς να επιβαρύνονται οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες. Απλά οι τιμές στα καταναλωτικά προϊόντα και παντός είδους συσκευές, έπεσαν λόγω του χαμηλού κόστους κατασκευής τους στην Ασία. Την ίδια ώρα, το αδηφάγο ντόπιο και ξένο κεφάλαιο, αγόραζε σε χαμηλές τιμές κρατικές επιχειρήσεις που αποδείχτηκαν εξαιρετικά κερδοφόρες. Στην Αυστραλία, κλασσικά παραδείγματα είναι η Commonwealth Bank όπου η επένδυση στο πρώτο πακέτο ιδιωτικοπόιησης αξίζει σήμερα 70 φορές παραπάνω συνυπολογιζομένων των μερισμάτων και η CSL η οποία πουλήθηκε το 1994 για $292 εκατομμύρια και σήμερα αξίζει $58 δισεκατομμύρια χωρίς να υπολογίσουμε τα μερίσματα. Έτσι μετά από μιά περίοδο 25 χρόνων ξεπουλήματος των κερδοφόρων κρατικών επειχειρήσεων και μείωσης της φορολογίας  των εταιρειών αλλά και των μεγαλοεισοδηματιών, το κράτος έχει ένα τεράστιο εξωτερικό χρέος που κοντεύει να φτάσει το μισό τρισεκατομμύριο και περικόπτει ραγδαία συντάξεις, επιδόματα και κοινωνικά προγράμματα πλήττοντας τα φτωχότερα στρώματα. Σε παρόμοιες κινήσεις προβαίνουν και οι κυβερνήσεις σε άλλες αναπτυγμένες χώρες που αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα. Αντί όμως να στραφούν προς τους μεγάλους επωφελημένους της ανοιχτής οικονομίας και των ιδιωτικοποιήσεων για να μειώσουν το χρέος και να συνεχίσουν τα κοινωνικά προγράμματα τα οποία οι εργαζόμενοι έχουν χρηματοδοτήσει με την καθήλωση των μισθών σε χαμηλά επίπεδα, ανακλύπτουν πως για όλα φταίνε οι ξένοι.

Όλα τα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη στρέφονται εναντίον των ξένων . Ο νέος πρόεδρος της Αμερικής, στρέφεται εναντίον των ξένων. Ένας νέος εθνικισμός ξεπηδάει για να στρέψει την προσοχή των απλών ανθρώπων από τα πραγματικά αίτια για την πτώση του βιοτικού του επιπέδου, στους ξένους που «του παίρνουν το ψωμί». Στην Αυστραλία η σχετική επιτυχία στις εκλογές του κόμματος της κ. Pauline Hanson και η πτώση της δημοτικότητας του πρωθυπουργού κ. Malcolm Turnbull στις δημοσκοπήσεις, δεν άργησαν να ευθυγραμμίσουν τον πρωθυπουργό με τον Αμερικανό πρόεδρο. Ο κ. Trump θέλει να κάνει την Αμερική «μεγάλη ξανά» και ο κ. Turnbull βάζει «πρώτη την Αυστραλία». Τα ίδια ακούγονται και στη Νέα Ζηλανδία όπου και εκεί υπάρχουν παρόμοια προβλήματα. Έτσι μαζί με την πολιτική των πυραύλων του κ. Trump, την οποία υποστηρίζουν και τα δύο μεγάλα κόμματα της Ασυτραλίας, ο κ. Turnbull, προχώρησε και σε δύο κινήσεις με τις οποίες νομίζει πως θα κερδίσει συμπάθεια στο εκλογικό σώμα.

Πρώτα ο Κ. Turnbull ανακοίνωσε την κατάργηση της βίζας 457, που επέτρεπε σε ξένους να έρθουν στην Αυστραλία για να εργαστούν για 4  χρόνια και μετά εάν πληρούσαν ορισμένες προϋποθέσεις, μπορούσαν να παραμείνουν σαν μόνιμοι κάτοικοι. Η βίζα αυτή θα αντικατασταθεί με κάποια άλλη, στην οποία δεν θα περιλαμβάνονται όλα τα επαγγέλματα που κάλυπτε η βίζα 457. Ταυτόχρονα, διπλασιάζεται το κόστος  της αίτησης και τα κριτήρια επιλογής γίνονται αυστηρότερα, με ιδιαίτερη έμφαση στη γνώση της Αγγλικής γώσσας. Ο κ. Turnbull, άφησε να υποννοηθεί πως η βίζα αυτή έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από χιλιάδες ξένους εργάτες που ήρθαν στη χώρα και πήραν τις δουλειές από τους κατοίκους της Αυστραλίας. Στην πραγματικότητα ήταν μεγάλες επιχειρήσεις σαν αυτή της πλουσιότερης γυναίκας της Αυστραλίας κ. Gina Rinehart, η οποία ολοκλήρωσε την κατασκευή του νέου της ορυχείου με ξένους εργάτες, καθώς και αλυσίδες ταχυφαγείων αλλά και κατασκευαστικών εταιρειών που εκμεταλλεύτηκαν τη βίζα 457. Οι ξένοι εργάτες δεν ευθύνονται σε τίποτα και ο πρωθυπουργός θα μπορούσε απλούστατα να δηλώσει πως οι οικονομικές συνθήκες έχουν αλλάξει και δεν μπορεί πλέον η χώρα να δέχεται πολλούς ξένους εργάτες. Αυτό όμως θα τον έβλαπτε πολιτικά αφού θα παραδεχόταν πως η οικονομία δεν έχει την ορμή που είχε τα προηγούμενα χρόνια. Έριξε και μερικές βολές εναντίον του αρχηγού της αντιπολίτευσης, ο οποίος είχε εγκρίνει πολλές βίζες για προσωρινή εργασία όταν το κόμμα του ήταν στην κυβέρνηση, αλλά ξέχασε να πει πως τότε υπήρχε σοβαρή έλλειψη σε ειδικευμένους εργάτες. Πιστεύοντας πως με εθνικιστική ρητορική θα κερδίσει ποσοστά από το ρατσιστικό κόμμα της κ. Hanson, ο κ. Turnbull, προχώρησε και σε αλλαγές στα κριτήρια για την απόκτηση της Αυστραλιανής υπηκοότητας. Και σε αυτές τις αλλαγές δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις εξετάσεις για τη γλώσσα όπου οι υποψήφιοι πλέον έχουν περιθώριο να αποτύχουν 3 φορές και οι εξετάσεις θα γίνουν πιό δύσκολες. Επίσης παρατείνεται ο χρόνος μόνιμης παραμονής από ένα έτος στα τέσσερα, πριν να μπορεί κανείς να κάνει αίτηση για απόκτηση της Αυστραλιανής υπηκοότητας. Μεγάλη έμφαση δίνεται και στις «Αυστραλιανές αξίες», τις οποίες ακόμη και αν η κυβέρνηση καθορίσει με ακρίβεια, η ευρύτερη κοινωνία θα τις ερμηνεύει με τα δικά της κριτήρια και θα γίνουν αφορμή για διακρίσεις και πιέσεις για αφομοίωση αντί για ένταξη στην Αυστραλιανή κοινωνία όπως λέει ο πρωθυπουργός.

Η ιστορία μας έχει δείξει πως η αγάπη για την πατρίδα ή για τη χώρα όπου ζει κανείς και η προσπάθεια για την ανάπτυξή της, δεν εξαρτάται ούτε από τη γνώση της γλώσσας, ούτε από τα χρόνια παραμονής στη χώρα. Μετανάστες με ελάχιστη γνώση της Αγγλικής, έχουν διαπρέψει και αγαπούν την Αυστραλία  πραγματικά για την ευκαρία που τους έδωσε να ζήσουν κάτω από καλύτερες συνθήκες. Αντίθετα, ο εθνικισμός μεταλλάσσει την αγάπη προς την πατρίδα σε μίσος για τον ξένο και διαιρεί αντί να ενώνει. Αυτό είναι ένα μονοπάτι που καλό θα είναι να το αποφύγει ο κ. Turnbull γιατί αντί για θετική συμβολή των μεταναστών στη νέα τους πατρίδα, θα προκαλέσει τριβές και αντιπαραθέσεις.

11 recommended
146 views
bookmark icon