Australia

Βρασίδας Καραλής: Glebe Point Road Blues

• Bookmarks: 3


Ο Καθηγητής του τμήματος Νεοελληνικών και Βυζαντινών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ Βρασίδας Καραλής μιλάει αποκλειστικά στον «Κόσμο» για το καινούργιο του βιβλίο. Καθώς η δεκατίες του ’60 και του ’70 ξεθωριάζουν και ξεκινάει η εποχή Χάουαρντ, τον κεντρικό δρόμο της ιστορικής συνοικίας του Σίδνεϊ διασχίζουν συνομιλώντας με τον Καθηγητή, ο Οιδίποδας, ο Αρχιεπίσκοπος Στυλιανός, ένας Έλληνας χασάπης, ένας Ναζί με πάρκινσον, ένας βετεράνος του Βιετνάμ, ένας κινέζος που δουλεύει σε στεγνοκαθαριστήριο και απαγγέλει Μίλτωνα, αυτόχθονες και τσακισμένοι άνθρωποι, γηραιοί καθηγητές και κορίτσια όπως η Κάρολ κι ένα κοπάδι μαύρων κύκνων.

 Η ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ

Ήταν το πρώτο μέρος που ήρθα όταν έφτασα από την Ελλάδα. Η πρώτη μου επαφή με τον κόσμο της Αυστραλίας. Μου έδωσε μια ταυτότητα για να υπάρξω εδώ και μια γειτονιά, μια σχέση δηλαδή. Μου έδωσε το εισιτήριο για να μπω μέσα στη μεγάλη ροή της αυστραλιανής εμπειρίας.  Έχω τις πιο όμορφές και διαρκείς αναμνήσεις. Την ώρα που ανοίγω τα μάτια μου βλέπω όλες αυτές τις απίστευτες πεταλούδες να πετάνε γύρω μου. Φτάνω στην Αυστραλία στις 21 Ιουνίου 1991. Τέσσερις μέρες μετά μετακόμισα σ’ ένα διαμέρισμα στο κέντρο του Glebe, απέναντι από την δημοτική βιβλιοθήκη. Το ‘91 όλη αυτή η περιοχή δεν ήταν τόσο ακριβή όσο έγινε μετά το ‘97 και τους ολυμπιακούς αγώνες. Τότε άρχισε να αλλάζει πραγματικά το Σίδνεϊ. Άστεγοι και φτωχοί κυκλοφορούσαν τριγύρω και στις γειτονιές ζούσαν ακόμη τα απομεινάρια από τις κομμούνες της δεκαετίας του ‘60. Περίεργα άτομα. Στο τέλος του δρόμου δεν έβλεπες τα πλούσια διαμερίσματα που βλέπεις σήμερα, παρά τα παλιά μουράγια που είχαν μετατραπεί σε καφενεία κι εστιατόρια, στέκια περιθωριακών. Γύρω από αυτό το κέντρο ζούσαν ηλικιωμένοι ακαδημαϊκοί που είχαν αγοράσει μεγάλα σπίτια παλιότερα. Όλοι οι άνθρωποι γύρω μου ήταν ακόμα Έλληνες. Τη δεύτερη μέρα που βγήκα στο δρόμο για να πάω να αγοράσω κάτι να φάω, ο χασάπης, ήταν Έλληνας από τη Σάμο, άρχισε να μου τραγουδάει «στα Τρίκαλα στα δυο στενά σκοτώσανε το Σακαφλιά». Μου έδωσε κι όλες τις βιντεοκασέτες που είχε βγάλει το 1971 στη Σάμο πριν μεταναστεύσει στην Αυστραλία. Λαϊκός τραγουδιστής. Δίπλα σε αυτόν άνθρωποι από την Ικαρία. Ένα μεγάλο ξενοδοχείο που ανήκε σε ένα Καστελοριζιό. Αλλά και το διαμέρισμα που νοίκιαζα ανήκε στον κύριο Σουρή που επίσης ήταν από τα Κύθηρα και είχε έρθει στην Αυστραλία το 1936 για να συναντήσει τον παππού του και τον θείο του αλλά λόγω του πολέμου δεν μπόρεσε να γυρίσει στην Ελλάδα. Μια περίεργη συνύπαρξη μικρό κοινοτήτων. Θυμάμαι οι Λιβανέζοι μου έλεγαν τη δεκαετία του 90 όταν είχε πρωτοεκλεγεί ο Τζων Χάουαρντ «εμείς δεν ψηφίζουμε Εργατικούς γιατί έχει πολλούς μετανάστες εδώ». Έβλεπες την μεγάλη μεταμόρφωση αυτού του δρόμου που από καταφύγιο είχε γίνει προάστιο νεόπλουτων που έδειχναν τον πλούτο τους και σιγά-σιγά αποκτούσαν και δύναμη πολιτική. Άνθρωποι όπως ο βετεράνος από το Βιετνάμ με τα κομμένα πόδια, οι αυτόχθονες που κανείς δεν τους μιλούσε, έγιναν οι άνθρωποι μου.

Η ΖΩΗ ΞΕΠΕΡΝΑΕΙ ΚΑΘΕ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ

Οι περισσότεροι άνθρωποι βασανίζονται σήμερα από την ερμηνευτική της υποψίας. Αν ξεπεράσεις αυτή την υποψία απέναντι στον άλλο, την καχυποψία και αρχίσεις και του μιλάς σα να μην υπάρχει διαφορά μεταξύ σας ο άλλος ανοίγεται και ξαφνικά ακούς πάρα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Οι ιστορίες της Κάρολ γιατί μάνα της μου θύμιζαν ελληνική τραγωδία. Σε ένα από τα ποιήματα βάζω τον Οιδίποδα να περπατάει στο Glebe Point Road γιατί για μένα ήταν ένας δρόμος όπου υπήρχε μια ασυνείδητη αίσθηση τραγωδίας την οποία την βίωναν οι άνθρωποι και κάποιος έπρεπε να τη φέρει στο φως του λόγου, να την διαύγασει. Η ζωή ξεπερνάει κάθε προσδιορισμό της ξαφνικά σε κάνει να συγχρωτίζεσαι και στο τέλος να εξαρτάσαι από κάποιον από τον οποίον δεν θα πίστευες ποτέ ότι εξαρτώσουν. Αυτό νομίζω είναι το μεγάλο παράδοξο της ζωής. Η αμφισημία και η αμφιθυμία που έχουμε απέναντι στον άλλον που τελικά είναι αμφισημία και αμφιθυμία απέναντι στον εαυτό μας. Υπάρχει μία υπαρξιακή ανεστιότητα. Καταλαβαίνεις ότι υπάρχει μόνο μια εστία κι αυτή είναι το σώμα σου, η συνείδηση σου, η σχέση σου με τον άλλο άνθρωπο. Με ενδιαφέρει το πρόβλημα της ταυτότητας γιατί ο άνθρωπος έχει πολλές ταυτότητες οι οποίες ενοποιούνται από την προσωπικότητα. Κάθε συγγραφέας πρέπει να πάρει την ταυτότητα και να τη μεταπλάσει σε προσωπικότητα. Από τη στιγμή που το κάνεις αυτό δημιουργείς ύφος.

ΣΥΔΝΕΥ, Η ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Στο ύψος του The Shop Gallery δεν υπήρχε τίποτα. Ήταν μια τρύπα που μαζεύονταν οι άνθρωποι που έκαναν ναρκωτικά. Για μένα ήταν πολύ σημαντικοί άνθρωποι γιατί τους θεωρώ ψυχοπομπούς. Η αλήθεια είναι ότι όλοι χαρακτήρες που διατρέχουν το βιβλίο πέθαναν στην πραγματικότητα έτσι ακριβώς όπως τους περιγράφω. Προσθέτω όμως και μια άλλη διάσταση του θανάτου τους. Το πρόβλημα με τα μυθιστορήματα είναι ότι επιβάλλουν στη ζωή μια ενότητα την οποία δεν έχει. Η ζωή είναι η επικράτεια του τυχαίου. Αυτό το πράγμα ήθελα να δείξω με όλες αυτές τις παράλληλες ιστορίες. Δεν προσπάθησα να δώσω καμιά ενότητα στις φωνές που ακούγονται μέσα σ’ αυτά τα στιγμιότυπα. Θέλησε να τα αφήσω στην τυχαιότητα τους. Να φανεί ότι όλα αυτά είναι συμπτωματικές,  στιγμιαίες εκδοχές μιας πολυεδρικής πραγματικότητας. Οι άνθρωποι αυτοί επίσης είναι εκτός από μοναδικοί είναι και μοναχικοί. Ο Λάσκαρης μου είχε πει κάτι πολύ σοβαρό που δεν θα το ξεχάσω ποτέ, ότι το Σύδνεϋ είναι η μητρόπολη της μοναξιάς. Η Αυστραλία είναι ένας τόπος όπου η επικοινωνία γίνεται μόνο σπασμωδικά, σε στιγμές κρίσης. Η πρόσωπο με πρόσωπο σχέση απουσιάζει. Οι Αυστραλοί ίσως λόγω του συγκρούσεων που υποβόσκουν ανάμεσα στους πληθυσμούς, ακόμα δε περισσότερο λόγω της ενοχής που νιώθουν για τον τρόπο που κατέστρεψαν τις παραδοσιακές κουλτούρες δεν μπορούν να επικοινωνήσουν. Είναι η χώρα των μονολόγων. Δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να φτιάξουμε μια εθνική αφήγηση που να ενοποιεί την πολυπολιτισμική κοινωνία και μέσα σε αυτήν την αφήγηση όλοι οι άνθρωποι να αυτοαναγνωρίζονται.

«ΕΙΜΑΙ ΟΠΩΣ ΘΑ ΕΛΕΓΕ Ο ΚΑΒΑΦΗΣ, ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ»

Τα τετράδιά μου είναι γεμάτα με μικρά σημειώματα. Είμαι όπως θα έλεγε ο Καβάφης, ωτακουστής. Μου αρέσει να ακούω τι λένε οι άλλοι. Στο βιβλίο ακολουθώ την γλώσσα των απλών ανθρώπων κατά λέξη. Μαθαίνουμε την αγγλική γλώσσα μέσα από τα βιβλία, μέσα από την κανονική της χρήση. Εμένα με ενδιαφέρει το εξωκανονικό, το αντιγραμματικό. Ήταν κάτι που προσπάθησα να κάνω και στο προηγούμενο βιβλίο «Οι Δαίμονες των Αθηνών» και δεν το κατάλαβαν πολλοί. Ήδη από το 1995 άρχισα να κρατάω σημειώσεις από τις συζητήσεις μου με διάφορους ανθρώπους. Περίεργες σχέσεις. Κάποιοι με έβριζαν γιατί από την προφορά μου καταλάβαιναν ότι δεν ήμουν ένας από αυτούς.

Το κοινωνικό πρωτόκολλο είναι πολύ έντονο στην Αυστραλία. Ειδικά στον πανεπιστημιακό  χώρο. Με ενδιαφέρει η παρουσία των σκιών σε μια Αυστραλία που είναι τόσο καθαρή, τόσο διάφανη. Νομίζω ότι πολλοί συγγραφείς στην Αυστραλία θεωρούν ότι οι σκιές της κοινωνίας είναι πολιτικής υφής. Εγώ δεν το πιστεύω αυτό. Οι σκιές που υπάρχουν είναι η τεράστια ανασφάλεια που νιώθουν πολλοί άνθρωποι στην Αυστραλία μπροστά στο α-γνώσιμο του περιβάλλοντος. Εμείς δεν έχουμε τη φιλοσοφία των μονοπατιών του τραγουδιού. Για τους αυτόχθονες η Αυστραλία είναι ένας χώρο γνώριμος, ένας χάρτης που μπορούν να τον ακολουθήσουν. Όταν πας στην Ευρώπη έχεις ένα συμβολικό χάρτη της πραγματικότητας όποιος συνεξελίσσεται με τον πραγματικό. Δηλαδή όταν πας στη Γερμανία καταλαβαίνεις ότι αυτό είναι ένα μέρος που έζησε ο Γκαίτε, που έζησε ο Μπετόβεν. Εδώ δεν το έχουμε αυτό το πράγμα. Εδώ πρέπει να βάλεις αυτές τις συμβολικές σημαδούρες για να μπορέσεις να προσανατολιστείς ειδάλλως χάνεσαι. Για μένα αυτές οι σημαδούρες ήταν άνθρωποι που συνάντησα εδώ και μου είπαν ιστορία τους. Οι αιφνιδιαστικές υπάρξεις, υπάρξεις που δεν φανταζόσουνα ποτέ ότι θα συναντούσες.

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ

Ταυτόχρονα υπάρχει μια παράλληλη ιστορία. Η σχέση μου με τον Αρχιεπίσκοπου Στυλιανό. Αμφίβολη και αμφίθυμη. Τον θυμάμαι να διασχίζουμε το δρόμο και να συζητάμε για το βιβλίο δογματικής που θα ήθελε να γράψει. Οι συζητήσεις μας και ταυτόχρονα το τραύμα του αφηγητή όταν ο Στυλιανός τον αποκηρύττει. Μέχρι τότε ο αφηγητής έχει μια αίσθηση παραδείσιας ενότητας με το χώρο του. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συνάντησα, δεν ξέρω αν ήταν η τύχη μου ή ατυχία, ήταν άνθρωποι που υπέφεραν. Το πάθος τους οδηγούσε σε περίεργες συμπεριφορές. «Το κακό είναι η μορφή που παίρνει η ευσπλαχνία του θεού μέσα στην ιστορία», έλεγε η  Σιμόν Βέιλ.  Δεν μου αρέσει το αλισβερίσι. Θέλω τα βιβλία να τα ανακαλύπτεις όταν κατανοείς τα προβλήματα που έχουν θέσει. Τα τρία βιβλία που έχω γράψει στα αγγλικά συζητούν την αντιμετωπίζουν τρία προβλήματα. Πρώτα, της μνήμης, το βιβλίο για τον Λάσκαρη, του παρόντος με τους «Δαίμονες των Αθηνών», και τέλος αυτό το αμάγαλμα του ενορατικού ρεαλισμού που συνδέει το παρελθόν και το παρόν σε ένα είδος χώρου που είναι ο συμβολικός χώρος της ανθρώπινης συνείδησης.

Προσπαθούμε πάντα να αποφύγουμε την δυσάρεστη. Νομίζουμε ότι η γραφή είναι ένα είδος αναγνώρισης. Ένα είδος καθαρτικής λύτρωσης από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Η γραφή πρέπει να επιδεινώνει την υπαρξιακή σου ανομία. Όσο πιο άσχημα σε κάνει να αισθάνεσαι τόσο καλύτερα γιατί την γραφή την ίδια. Τότε φτάνεις στα υπαρξιακά σου κενά, εκείνα που προσπαθείς να καλύψεις και μόνο ένας άνθρωπος έξω από σένα μπορεί να σου τα δείξει και να σου βάλει ένα καθρέφτη μπροστά σου. Γι αυτό στο τέλος ο αφηγητής χάνεται και πρωταγωνιστής γίνεται ο ίδιος ο δρόμος. Η πραγματική φύση η δική μας είναι ο δρόμος.

ΟΝΤΑ ΑΤΕΛΗ, ΠΑΡΑΔΟΞΑ, ΑΝΤΙΝΟΜΙΚΑ

Συνήθως έχουμε μια τάση να εξωτικοποιούμε τους Έλληνες. Τους τοποθετούμε σαν εξωτικά πουλιά σε ένα μουσείο της ιστορίας. Εγώ ήθελα της τους παρουσιάσω ως όντα  σημερινά τα οποία ταλανίζονται από τα ιστορικά τους προβλήματα.  Όχι απλώς ταλανίζονται, βασανίζονται, καταρρέουν, διαλύονται, δεν έχουν απαντήσεις. Είναι σημαντικό να τους παρουσιάσουμε σαν ζωντανά όντα, ατελή, παράδοξα, αντινομικά, όντα που στρέφονται εναντίον του εαυτό τους, που δεν ξέρουν ποιος είναι ο εαυτός τους. Η αντίληψη πολλών Ελλήνοαυστραλών συγγραφέων είναι ότι οι έλληνες έχουν κάποιο είδος αόρατο κέντρο. Εγώ δε νομίζω ότι υπάρχει κάτι τέτοιο τουλάχιστον η γενιά μου έχει βασανιστεί από τέτοιου είδους απώλειες και απουσίες. Αυτό το κέντρο ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα. Δεν έχουμε καταλάβει την σημασία των δερματίνων χιτώνων που φοράμε γιατί είμαστε γυμνοί απέναντι στην ιστορία. Αυτό που είδα στην Αυστραλία με τους Έλληνες ήταν η έκθεση του εαυτού τους, την παντελή απογύμνωση του εαυτού από κάθε βεβαιότητα. Αυτό προσπάθησα να το βάλω στους ελληνικούς χαρακτήρες που εμφανίζονται στο βιβλίο. Άνθρωποι που ζουν σε μία μετέωρη ύπαρξη. Πολλοί απ’ αυτούς, παρόλο που τους θεωρούμε γραφικούς, είχαν τη δύναμη και πολλές φορές την αμεριμνησία, να κοιτάξουν την άβυσσο και να δουν την καταστροφή τους. Συνήθως όταν περιγράφουμε την ύπαρξη των Ελλήνων στην Αυστραλία χρησιμοποιούμε ένα θριαμβικό λόγο… ήρθαν εδώ τους καταδίωξαν και τελικά νίκησαν. Και όμως υπήρχε μια εσωτερική διαμάχη στον εαυτό τους. Δεν ήταν ο νόστος, η επιθυμία να πάω πίσω. Ήταν η γνώση ότι δεν μπορείς να πας πίσω. Για αυτό λέω ότι ο συμβολικός ήρωας των χαρακτήρων αυτού του βιβλίου δεν είναι ο Οδυσσέας αλλά ο Αινείας. Ο Αινείας γνωρίζει ότι δεν μπορεί να πάει πίσω. Δεν υπάρχει πίσω. Η πόλη του έχει εξαφανιστεί. Πρέπει να φτιάξει μια καινούρια πόλη, πρέπει να επινοήσει τον εαυτό του ως νέο άνθρωπο. Οδυσσέας ξέρω ότι πρέπει να πάει σπίτι του, ότι έχει μια γυναίκα που τον περιμένει. Όταν βρίσκομαι σε δύσκολες στιγμές εδώ στην Αυστραλία πάντα τραγουδώ την Αινειάδα, την μελαγχολία του ανεπίστρεπτου.

3 recommended
99 views
bookmark icon