ΑΠΟ ΓΕΡΑΚΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ

 -  -  1


Η Αποθεματική Τράπεζα Αμερικής, μαλάκωσε τη σκληρή γλώσσα που χρησιμοποιούσε μέχρι τώρα, σχετικά με την πορεία των επιτοκίων. Από τον Δεκέμβριο του 2016 που ανέβασε τα επιτόκια από 0.25% στο 0.50%, η γλώσσα που χρησιμοποιούσε ήταν «γερακίσια» όπως λένε στην αγορά για να χαρακτηρίσουν την πρόθεση για άνοδο των επιτοκίων. Η σκληρή γλώσσα, συνοδεύτηκε και από αντίστοιχα σκληρές πράξεις, όπου με απανωτές αυξήσεις, τα επιτόκια έχουν φτάσει στο 2.25%. Μέχρι πριν λίγες ημέρες, ο νεοδιορισθείς από τον πρόεδρο Τραμπ διοικητής της Αποθεματικής Τράπεζας Αμερικής, κ. Jay Powell, άφηνε να εννοηθεί πως θα ανεβάσει τα επιτόκια τον Δεκέμβριο και άλλες τρείς φορές μέσα στο 2019. Ο πρόεδρος Τραμπ, ο οποίος βρισκόταν σε συνεχή διαμάχη με την προηγούμενη διοικητή της Αποθεματικής Τράπεζας Αμερικής κα. Janet Yellen για το θέμα της ανόδου των επιτοκίων, εξέφραζε την αντίθεσή του κάθε φορά που γινόταν συζήτηση για άνοδο των επιτοκίων. Την περασμένη εβδομάδα, δήλωσε πως «Μέχρι τώρα, δεν είμαι ούτε λιγάκι ευχαριστημένος που διάλεξα τον Jay”. Είπε ακόμη πως «Η Αποθεματική Τράπεζα, είναι πιό επικίνδυνη ακόμα και από την Κίνα», αναφερόμενος στην επιβράδυνση της οικονομίας που φέρνει η άνοδος των επιτοκίων. Ο κ. Τραμπ, σαν επιχειρηματίας ο ίδιος, διακρίνει νωρίς την πορεία που θα ακολουθήσει η οικονομία με άλλες τέσσερις αυξήσεις των επιτοκίων και εκφράζει την ανησυχία του δημοσίως. Ουσιαστικά, παρεμβαίνει στο έργο της Αποθεματικής Τράπεζας, η οποία πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την επιρροή των πολιτικών κομμάτων (δεν είναι όμως ανεξάρτητη από τους ισχυρούς οικονομικά κύκλους). Τη στάση του κ. Τραμπ, την δικαίαωσαν οι ανακοινώσεις της Στατιστικής Υπηρεσίας, που δείχνουν πως η βιομηχανική παραγωγή μειώνεται και ακολούθησαν οι προβλέψεις για μείωση της οικονομικής ανάπτυξης από 4% στο 2% για το 2019. Αμέσως μετά, βγήκε η ανακοίνωση της γιγαντιαίας εταιρείας General Motors, για απόλυση 14,000 εργαζομένων πριν τα Χριστούγεννα. Το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης έπεφτε διαρκώς από τον Οκτώμβριο και το θετικό κλίμα που υπήρχε από την μείωση των φόρων που είχε κάνει ο κ. Τραμπ, είχε εξανεμισθεί. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο πρόεδρος της Αποθεματικής Τράπεζας Αμερικής, μετατράπηκε από γεράκι σε περιστερά. Ανακοίνωσε στους δημοσιογράφους διαβάζοντας από δακτυλογραφημένη ανακοίνωση, πως «Τα επιτόκια, βρίσκονται λίγο παρακάτω από το ουδέτερο σημείο για την οικονομία». Αυτό σημαίνει πως η εκτίμηση της Αποθεματικής Τράπεζαςείναι, πως δεν θα χρειαστούν πολλές αυξήσεις των επιτοκίων για να φτάσουν στο επίπεδο που ούτε θα επιβραδύνουν την οικονομία, αλλά ούτε και θα την βοηθούν να αναπτυχθεί πιό γρήγορα. Ανέτρεψε δηλαδή όλη την προηγούμενη ρητορική και εμφάνισε νέες προοπτικές. Τόνισε όμως πως τίποτα δεν είναι προαποφασισμένο, που σημαίνει πως αν η οικονομία δεν βαδίσει όπως πιστεύει η Αποθεματική Τράπεζα, τότε θα λάβει τα αναγκαία μέτρα. Αυτό σημαίνει πως μπορεί τα επιτόκια να ανέβουν πιό γρήγορα ή ακόμη και να μειωθούν αν η οικονομία κινδυνεύει να πέσει σε ύφεση. Οι αγορές και ιδιαίτερα το χρηματιστήριο, ερμήνευσαν θετικά τις δηλώσεις του κ. Powell και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την άνοδο του δείκτη Dow Jones κατά 617 μονάδες, αμέσως μετά τις δηλώσεις. Ταυτόχρονα, υποχώρησαν και τα επιτόκια στα ομόλογα στα χαμηλότερα επίπεδα των δύο τελευταίων μηνών, με τα ομόλογα για 10 χρόνια να κλεινουν στο 3.04%. Την άνοδο του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, ακολούθησαν και τα χρηματιστήρια της Ασίας και της Αυστραλίας, αφού οι αγορές πιστεύουν πως τα χαμηλότερα επιτόκια θα κρατήσουν και το δολλάριο Αμερικής σε χαμηλότερα επίπεδα, βοηθώντας έτσι τις αναπτυσσόμενες χώρες να αναπτυχθούν περισσότερο. Όμως ακόμη κρισιμότερη και από την πορεία των επιτοκίων, είναι η συνάντηση των G20, των ηγετών των 20 περισσότερο αναπτυγμένων χωρών, που θα γίνει αυτό το Σαββατοκύριακο, στο Μπουένος  Άϊρες της Αργεντινής. Εκεί, ο πρόεδρος Τραμπ, θα έχει κατ’ ιδίαν συναντήσεις με τον πρόεδρο της Ρωσίας κ. Πούτιν και κυρίως με τον πρόεδρο της Κίνας κ. Σί. Με τον κ. Πούτιν θα συζητήσει μεταξύ άλλων τις εξελίξεις στην Κριμαία και την ένταση που επικρατεί τις τελευταίες ημέρες μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Το παγκόσμιο ενδιαφέρον όμως στρέφεται στη συνάτησή του με τον κ. Σι και στο αποτέλεσμα που θα έχουν οι συνομιλίες των δύο ισχυρών ανδρών στον εμπορικό πόλεμο που ξεκίνησε ο κ. Τραμπ εναντίον της Κίνας και στη σθεναρή αντίδραση της Κίνας. Ο κ. Τραμπ θέλει να μειώσει το έλλειμμα της Αμερικής στο εμπορικό της ισοζύγιο με την Κίνα και ο κ. Σι θέλει να διατηρήσει το προνόμιο να εξάγει η Κίνα προς την Αμερική, περισσότερα από όσα εισάγει. Μέχρι τώρα και οι δύο χώρες ζημιώνονται οικονομικά από τους δασμούς που έχουν βάλει η μία στα προϊόντα της άλλης και συμπαρασύρουν στον οικονομικό κατήφορο και άλλες χώρες που εξαρτώνται από τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του Κόσμου. Σε περίπτωση αποτυχίας εξεύρεσης συμφωνίας, ο κ Τραμπ θα επιβάλλει δασμούς σε προϊόντα αξίας US$200 δισεκατομμυρίων, τα οποία πωλούνται ακόμα ελεύθερα στην Αμερική. Η Κίνα θα απαντήσει επιβάλλοντας αντίστοιχα δασμούς σε προϊόντα της Αμερικής και αυτό θα έχει ολέθριες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία, η οποία θα απειληθεί με οικονομική κρίση χειρότερη από το κραχ του 1929. Οι δύο ηγέτες, πάνε στη διάσκεψη αποφασισμένοι να βρουν μία λύση αλλά προετοιμασμένοι και για πιθανή αποτυχία. Αποδεκτή λύση για τον πρόεδρο της Αμερικής, θα είναι περισσότερες εξαγωγές προς την Κίνα ή διευκόλυνση επενδύσεων από εταιρεές της Αμερικής, χωρίς να μεταφέρουν υποχρεωτικά την τεχνολογία τους σε εταιρείες της Κίνας. Ακόμη και αν είναι διατειθειμένος να κάνει υποχωρήσεις, ο πρόεδρος Σι, δεν θέλει να πληγωθεί η εικόνα του ισχυρού ανδρός που συστηματικά καλλιεργεί εντός και εκτός Κίνας. Οι διπλωμάτες, αναζητούν τρόπους να παρουσιάσουν την όποια συμφωνία, σαν νίκη και των δύο για το συμφέρον των χωρών τους και της παγκόσμιας οικονομίας. Στην πραγματικότητα, θα έχει υποχωρήσει η Κίνα, λόγω της στρατιωτικής υπεροχής της Αμερικής και του γεγονότος πως η μείωση του ελλείμματος, αποτελεί μονόδρομο για τον κ. Τραμπ, ο οποίος δεν έχει την πολυτέλεια να κάνει υποχωρήσεις. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, η Αμερική θα εντείνει την παρουσία της στον Ειρηνικό Ωκεανό, όπου έχει ήδη συγκεντρώσει το 60% του πολεμικού της στόλου και η παγκόσμια οικονομία θα υποφέρει. Από αυτή την κρίσιμη διάσκεψη των G20, θα απουσιάζει ο θησαυροφύλακας της Αυστραλίας κ. Joshua Frydenberg, o οποίος θα μείνει στην Καμπέρρα για να προσπαθήσει να συγκαρατήσει τις τάσεις διάλυσης στο Φιλελεύθερο κόμμα, μετά την ανεξαρτητοποίηση της κας Julia Banks και την απειλή ανεξαρτητοποίησης του κ. Craig Kelly. Όμως η εικόνα που δίνεται προς το εκλογικό σώμα, είναι πως σε κρίσιμες ώρες για το μέλλον της χώρας, το Φιλελεύθερο κόμμα ασχολείται με τα δικά του εσωτερικά προβλήματα, με αντιμαχόμενες ομάδες να κονταροχτυπιούνται για την ηγεσία του κόμματος. Όμως όσες φορολογικές απαλλαγές και να υποσχεθεί ο κ. Morrison, αν δεν πείσει το εκλογικό σώμα πως το κόμμα του είναι ικανό να οδηγήσει τη χώρα σε σταθερή πορεία στο μέλλον, τότε κινδυνεύει με αποδεκατισμό στις επόμενες εκλογές.

5 views
bookmark icon