Συνέντευξη με τον Γιάννη Χατζηκυριάκο

 -  -  19


Γιάννης Χατζηκυριάκος: Την αγαπώ την Ελλάδα, τα χωριά, τα περπατήματα που κάναμε νέοι. Είναι άλλη δουλειά, άλλο feeling…

 Πετυχημένος επιχειρηματίας και χρυσή καρδιά, ο Γιάννης Χατζηκυριάκος δέχτηκε να μας μιλήσει και να μας πει την ιστορία του στο μαγαζί του, το «The Greek Islands Taverna», στο Σάδερλαντ. Δουλεύει από 13 χρονών, από τις πρώτες μέρες που έφτασε στην Αυστραλία και συνεχίζει όπως την πρώτη μέρα, με την ίδια αγάπη και τον ίδιο ενθουσιασμό. «Ο πελάτης είναι δικός μας άνθρωπος», μας λέει. Δίπλα του για μισό αιώνα η κα Σωτηρία, η γυναίκα της ζωής του, τα παιδιά του, ο Κώστας και η Κυριακή και τα εγγόνια του. «Ακόμη κι ο 10χρονος Δούκας δουλεύει με τον παππού, κάνει «ένα σίφτ»… Κι όταν έρχεται η ώρα, «πάνε όλοι μαζί στην Κω για διακοπές. Η Ελλάδα είναι για αυτά όπως είναι και για μένα. Τόση αγάπη της έχουν», λέει ο κ. Χατζηκυριάκος που προσφέρει το καλύτερο ελληνικό φαγητό στο Σίδνεϊ, στην καθαρότερη κουζίνα της Αυστραλίας. Μαζί ταξιδέψαμε στην Κω, στα πρώτα χρόνια της μετανάστευσης, τα δύσκολα και στα κατοπινά, της καταξίωσης και της επιτυχίας. Ο κ. Γιάννης Χατζηκυριάκος είχε μια καλή κουβέντα για όλους και στην καρδιά του την Ελλάδα: «Θέλω να πω στον ελληνισμό να μείνουν Έλληνες και τα έθιμα που έχουμε εμείς και την κουλτούρα μας να μην την χάσουμε. Την αγαπώ την Ελλάδα, τα χωριά, τα περπατήματα που κάναμε νέοι, τις μυρωδιές. Είναι άλλη δουλειά, άλλο feeling…»

 TA ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κω, στο χωριό Αντιμάχεια. Ο πατέρας μου λεγόταν Κωσταντίνος και η μάνα μου Κυριακή. Έχω και δυο αδέρφια, την Ευλαμπία και το Γιώργο. Ο πατέρας ήταν γεωργός. Στο νησί βγάζαμε καπνό, ντομάτες, σιτάρια, κριθάρια, από όλα… Η μαμά έμενε στο σπίτι αλλά δεν ήταν κανείς που να μην πηγαίνει να βοηθήσει τα χωράφια. Είχαμε φτώχια όπως σε όλη την Ελλάδα. Φαγητό είχαμε, γιατί είχαμε τα κατσίκια μας, τα πρόβατα μας, τα χωράφια μας. Πηγαίναμε στο σχολείο, μας δίνανε και συσσίτιο εκεί, γάλα κάθε πρωί και κάθε μεσημέρι, κι ένα κομμάτι τυρί ή βούτυρο. Θυμάμαι πολλούς από τους δασκάλους μου. Ο δάσκαλος ο Παπούλης, ο Σακίρης, ο Καραντώνης, ο Σκουλής, μια δασκάλα, Αστρινιά τη λέγανε, ένας Παπακωνσταντίνου… Κι όλα τα παιδιά στο σχολείο φίλοι ήμασταν.

Η ΞΕΝΙΤΕΙΑ

Πρώτα ήρθε μια θεία μου στην Αυστραλία, η Γεωργία που ήταν αδελφή της μητέρας μου. Αυτό πρέπει να έγινε το ‘56 ή το ’57. Αυτή έκανε πρόσκληση και έφερε την αδερφή μου. Κατόπιν η αδελφή μου έκανε πρόσκληση και έφερε εμάς. Έγινε τότε συζήτηση στο σπίτι. Ότι θα έρθει η αδελφή μου στην Αυστραλία και κατευθείαν θα μας έκανε πρόσκληση. Δεν ήταν μεγάλη η στενοχώρια που έφευγε γιατί ξέραμε πως θα ακολουθήσουμε κι εμείς.

Μαζέψαμε τα πράγματα μας και πήγαμε μια καθημερινή και κάναμε λειτουργία στην εκκλησία. Επειδή ο παππάς της ενορίας της δικής μας ήτανε πάρα πολύ φίλος του πατέρα μου δεν άντεξε να κάνει ο ίδιος λειτουργία κι έφερε έναν άλλο παπά από την παραπάνω ενορία, από την Αγία Τριάδα. Από τη στενοχώρια του που θα έφευγε ο φίλος του. Έγινε η λειτουργία και θυμάμαι ότι όταν μίλησε ο παππάς, που έβγαλε κάποιο λόγο, ο πατέρας μου δάκρυσε.

Ξεκινήσαμε για να έρθουμε να κάνουμε κάποια χρήματα και να γυρίσουμε. Έτσι είναι προορισμός του ανθρώπου. Αντί για αυτό σε ένα χρόνο κάναμε πρόσκληση και στον αδερφό του πατέρα μου, τον Διαμαντή και ήρθε κι αυτός οικογενειακώς. Ο ένας έφερνε τον άλλο…

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Από τον Πειραιά φύγαμε. Είχαμε κάποιες θείες εκεί και στην Αθήνα και μας φιλοξένησαν για μερικές μέρες. Όταν ήρθε το καράβι μας πήρε ένας ξάδελφος και μας πήγε και μας το έδειξε. Πελώριο… Εκεί άρχισε και μας πείραζε που θα φεύγαμε. Νιώσαμε τον πόνο πως φεύγαμε από την πατρίδα. Ξεκίνησε το καράβι και ήμασταν όλοι γυρισμένοι προς τη γη, προς την Αθήνα…

Θυμάμαι καλά το ταξίδι. Ήταν γεμάτο με Έλληνες το καράβι. Στο δρόμο πήραμε και Λιβανέζους. Φτάσαμε στο Περθ, στο Freemantle και κατεβήκαμε. Μου έκανε εντύπωση η πρασινάδα και ο κόσμος που ήρθε εκεί και μας υποδέχθηκε. Πήγαμε στις φρουτομαρκέτες, στα μαγαζιά, όλα καθαρά και όμορφα. Ξαναμπήκαμε στο καράβι και φύγαμε για τη Μελβούρνη. Ο κόσμος που ήρθε στο καράβι, ο ελληνισμός, μας έδινε σοκολάτες, σελίνια, δεν μπορούσες να το πιστέψεις ότι μπορούσε να συμβεί ένα τέτοιο πράγμα. Το ίδιο έγινε και στη Μελβούρνη και στο Σίδνεϊ.

ΥΠΟΔΟΧΗ ΣΤΟ ΣΙΔΝΕΙ

Στο Σίδνεϊ μας υποδέχθηκε η θεία μου και η αδελφή μου. Πήγαμε στο σπίτι της θείας μου. Το Opera House δεν είχε φτιαχτεί ακόμη… τη δεύτερη μέρα από τον ερχομό μας εδώ, ο πατέρας μου και ο αδελφός μου πιάσανε δουλειά στα water boards, στο νερό… Σε τρεις ημέρες είχαμε νοικιάσει σπίτι σε ένα Ιταλό και μείναμε εκεί περίπου τρία χρόνια μέχρι που καταφέραμε και πήραμε δικό μας σπίτι. Εγώ πήγα σχολείο για ενάμιση χρόνο γιατί απαγορευότανε λόγω ηλικίας να πιάσω δουλειά αν και δούλευα τα απογεύματα. Στο σχολείο οι μόνοι ξένοι ήταν εγώ και ένας Ρώσος. Με κοροϊδεύανε και εγώ δεν ήξερα γιατί γελάνε. Έγιναν και μερικά καβγαδάκια. Προσπάθησα να μάθω τη γλώσσα και ήμουν καλός αλλά τα γράμματα δεν μου άρεσαν. Ήθελα να πάω στη δουλειά όπως και έγινε. Από πιτσιρικάς στο όνειρο μου ήταν να κάνω ένα μαγαζί.

ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΙΑ

Από το εγγλέζικο σχολείο, το Hurlstone Boys High School, θυμάμαι τον school master, τον Τόμας και τον μίστερ Τάκας. Μας συμπεριφερόταν πάντα πάρα πολύ ωραία. Έγινε ένα περιστατικό μια μέρα και με φωνάζανε ντάγκο. Δεν ήξερα γιατί γελούσαν κι έριξα μια σε έναν, στο κεφάλι. Με πήγαν στο γραφείο και λέω τώρα θα με τιμωρήσουν. Ήρθε ο Ρώσος και τους είπε τι ακριβώς συνέβη. Μετά από λίγο, είχα γυρίσει στην τάξη και άκουσα από τα μικρόφωνα το όνομά μου. Είπαν ότι αν με ξανακοροϊδέψει κάνεις θα έχει μεγάλη φασαρία με τον school master. Από εκείνη την ημέρα και μετά όλοι ήταν φίλοι μου. Τον Ρώσο τον έβλεπα για μια περίοδο μετά που τελειώσαμε το σχολείο, μετά χάθηκε και τον ξαναείδα μετά από καμιά εικοσαριά χρόνια. Ήρθε και με βρήκε.

Όταν πήγαινα σχολείο δούλευα ήδη στο milk bar, στο Kogarah. Ήμουνα 13 χρόνων και δούλευα τα σαββατοκύριακα και κάθε βράδυ μετά το σχολείο. Ξεχώριζα τα μπουκάλια, γέμιζα τις φρίζες, έκανα φασίνες, έπλυνα τις κατσαρόλες, τέτοια πράγματα έκανα μέχρι που έμαθα να κάνω τα πάντα. Ήμασταν η δεύτερη ελληνική οικογένεια που είχε πάει στο Kogarah εκείνη την εποχή, και είχε και δυο-τρία ελληνικά μιλκ μπαρ.

Ήταν λίγο δύσκολα εκείνα τα χρόνια αλλά μας συνηθίσανε και του συνηθίσαμε. Βλέπανε τους Έλληνες με σπίτια, με αυτοκίνητα και αυτό κάπως τους ενοχλούσε. Οι Αυστραλοί θέλαμε τότε να πάμε στη δουλειά και μετά να πάνε να πιούνε τις μπύρες τους, να ξανά πιούνε μπύρες και να μεθύσουνε και αυτή ήταν η δουλειά τους. Μετά με τα χρόνια μορφώθηκε ο κόσμος κι έγινε όπως είναι όλοι ωραίοι τώρα.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΑΓΑΖΙ

Στο μίλκ μπαρ δούλευα όλη την εβδομάδα, εφτά μέρες. Το είχε ο Σπύρος κι ο Γιάννης. Μετά το πούλησαν αυτοί και το πήρανε δύο Γιάννηδες. Εγώ έμεινα μέσα στο μαγαζί και με αυτούς για αρκετό καιρό κι όταν έγινα 17 χρονών είχα πάει στο Χέρσφιλντ και νοικιαζόταν ένα μαγαζί, ένα coffee shop. Το λέγανε Ντιτζεριντού. Ωραίο μαγαζί, με τα κεράκια στα τραπεζάκια… Το πήρα και το κράτησα ενάμιση χρόνο. Στο καφέ αυτό ερχότανε μόνο Αυστραλοί. Ένα βράδυ Κυριακής ήρθε ένα παιδί. Εγώ δεν έμοιαζα με Έλληνα γιατί ήμουνα ξανθός. Με ρωτάει ο Φώτης, καλή του ώρα, «από που είσαι». Του λέω Έλληνας. Λοιπόν, το άλλο βράδυ έρχεται με πεντέξι Έλληνες. Το μαγαζί άρχισε να γεμίζει με Έλληνες. Το Χέρσφιλντ ήταν τότε αυστραλέζικο προάστιο. Ο ένας έφερνε τον άλλο ώσπου έγινε και μια ψευτο φασαρία κι έφυγα από εκεί.

Ο ΓΑΜΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ

Παντρεύτηκα το 1967. Είχα πάει σ’ ένα πάρτι που ήταν η κυρά με την αδελφή της. Γνωριστήκαμε, τα είπαμε και σιγά σιγά βάλαμε τη θηλιά. Νομίζω ταιριάζανε τα χνώτα μας.  Συμφωνούσαμε σε πολλά πράγματα. Το σόϊ τη, το γνώρισα αργότερα όταν πήγαμε στην Ελλάδα γιατί εδώ ήτανε μόνη της με την αδελφή της. Αρχίσαμε να δουλεύουμε μαζί με τη γυναίκα μου από το 1970 όταν ξεκινήσαμε την ψησταριά, το Κορίνθιαν στο Μάρικβιλ. Είμαστε 50 χρόνια παντρεμένοι. Ένα ανδρόγυνο και θα μαλώσει και θα τα φτιάξει. Έτσι είναι η ζωή αλλά πρέπει να κάνεις υπομονή. Η παντρειά είναι παντρειά. Ζήσαμε μαζί πολλά χρόνια και ότι κι αν έκανα ήτανε πάντα εκεί δίπλα μου…

Το Σίδνεϊ έχει αλλάξει από τότε που πρωτοήρθαμε. Ως προς το φαγητό έχει γίνει πολύ καλύτερο. Όταν πρωτοαρχίσαμε να ψήνουμε ορτύκια λυπόντουσαν να τα φάνε… Τα είχα μάθει αυτά στην Ελλάδα. Με είχε πάρει ένας μπάρμπας μου και πήγαμε σε μια ταβέρνα στο Αιγάλεω. Αυτός πούλαγε χταπόδι, ορτύκια και κυδώνια. Ένας ωραίος ταβερνιάρης, με το μολύβι στο αυτί και αυτός, μια πόδια, μεγάλη κοιλιά, σέρβιρε όλο το μαγαζί μόνος του και έπινε κιόλας ένα ποτηράκι με τους πελάτες. Μας έφερε ορτύκια και λέω κοίτα δω, αυτό θα αρέσει και πίσω στην Αυστραλία. Έψαξα και βρήκα ποιος τα πουλούσε όταν γύρισα, τα δοκίμασαν οι πελάτες και έπεσαν πάνω. Ορτύκια να δουν τα μάτια σου πάνω στη γκρίλα… Εκεί να δεις ψητό. Ερχόταν οι Έλληνες που δούλευαν στα καράβια, στα πιστολέτα, στα εξκαβέισονς… Η δουλειά είναι αγάπη για μένα. Ο πελάτης είναι δικός μου άνθρωπος. Δεν θέλω να κοροϊδέψω κανέναν και θέλω ο πελάτης να μου έχει απόλυτη εμπιστοσύνη. Σ’ αυτή τη δουλειά είχε πάντα πολλούς Έλληνες. Από πολύ παλιά την ψαρομαρκέτα την κυβερνούσαν οι Έλληνες και μέχρι τώρα αυτοί είναι οι δερβέναγες. Και τα χασάπικα για πολλά χρόνια.

Η ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στην επαγγελματική ζωή οι δύσκολες στιγμές είναι όταν τελειώνει το «λιζ». Γιατί παίρνεις ένα μαγαζί, ένα ψοφίμι και μόλις το περπατήσεις στο μαγαζί και πάει καλά γυρνάει αυτός που του έχει και θέλει να σε αρμέγει και έρχεται η ώρα που του το χαρίζεις και σηκώνεσαι και φεύγεις και πας αλλού… Έχουν συμβεί αυτά. Οι μεγάλες χαρές είναι που πάντρεψα τα παιδιά μου, που έκαναν εγγόνια… Για τα εγγόνια επιθυμώ να έχουν το ελληνικό μέσα τους και να το παραδώσουν κι αυτά στα δικά τους τα παιδιά. Ο Έλληνας είναι περήφανος άνθρωπος. Τώρα αν πω στα εγγόνια μου, στις νύφες μου, στους γαμπρούς μου, στα παιδιά μου, φύγαμε πάμε στην Ελλάδα όλοι θα πούνε ναι…

Ο πατέρας μου αρρώστησε εδώ και ήθελε να πεθάνει στην Ελλάδα. Εκεί πέθανε. Πριν φύγει με κοίταζε καλά-καλά στα μάτια, κι εγώ το ίδιο και δεν μπορούσε να μιλήσει ο ένας στον άλλο… Μας έλεγε πάντα να προσέχουμε. Ήταν αγράμματος άνθρωπος αλλά είχε αρχές και προσπάθησα να μας βάλει στο δρόμο, τον κανονικό δρόμο. Η μάνα μου ήταν άγιος άνθρωπος κι αυτή. Θα ήθελα να τους έχω ακόμα και να τους έλεγα κάποια πράγματα. Θα ήθελα να τους ευχαριστήσω, να δουν τα παιδιά μου, να δουν τα εγγόνια μου. Τους γονείς μου δεν τους ενόχλησα ποτέ, δεν σου ζήτησα ποτέ τίποτα, ήμουνα ιντιπέντεντ, και αν χρειαζόταν δούλευα και δυο δουλειές.

«ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΕΠΑΙΡΝΕ ΤΖΑΜΠΑ ΛΕΦΤΑ»

Όταν πρωτοήρθαμε εδώ οι περισσότεροι Αυστραλοί ήταν πολύ καλοί άνθρωποι. Δίναμε τα λεφτά, δεν ξέραμε πόσα τους δίναμε, και αυτοί μας δίνανε τα σωστά ρέστα. Η Αυστραλία είναι δεύτερη πατρίδα μου. Πρώτη δεν μπορώ να την βάλω, γιατί πρώτη είναι η Ελλάδα. Την θυμάμαι και τι σκέφτομαι συνεχώς, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Όταν πήγα την πρώτη φόρα και πάτησα πάνω στη γη, νόμιζα πως είμαι στην αγκαλιά της μάνας μου. Αλλά και η Αυστραλία μας έδωσε τα πάντα. Τι μας πήρε; Τίποτα δε μας πήρε. Μας έδωσε… Οι ευρωπαίοι προσφέρανε πολλά στην Αυστραλία για να φτιαχτεί. Μπαίνανε στη δουλειά και δούλευαν όλοι. Κανένας δεν έπαιρνε τα λεφτά τζάμπα.

 

19 recommended
comments icon 0 comments
0 notes
183 views
bookmark icon

Write a comment...

Your email address will not be published. Required fields are marked *